Στρατόπεδο αιχμαλώτων.
-Πως τα πάς ρε Γιώργη;
-Πώς να τα πάω; Μια χαρά, η απάντηση του Γιώργη που αποφεύγει να σε κοιτάξει στα μάτια.
Ο Γιώργης, ένας από τους χιλιάδες Έλληνες που ζούσε από την φιλανθρωπία, την ευνοιοκρατία ή και καμιά φορά από την διαφθορά του Ελληνικού κράτους.
Τα καλοκαίρια, αν στην κυβέρνηση ήταν οι «δικοί του» θα δούλευε εποχιακός στο δασαρχείο ή στην πυροσβεστική.
Τον χειμώνα έτρεχε πίσω από τον Δήμαρχο. Να βάψει το δημαρχείο, το σχολείο, να καθαρίσει τους δρόμους, να αλλάζει λάμπες στον κοινοτικό φωτισμό.
Κάποιες φορές μάλιστα αν χρειαζόταν επειγόντως χαρτζιλίκι γύριζε το βράδυ με μια σφεντόνα, έτσι ώστε να έχει σίγουρα την δουλειά το επόμενο πρωί.
Μισά-μισά με τον Δήμαρχο, μισά-μισά με τον γραμματέα του τοπικού Βουλευτή.
Αλλά ζούσε την οικογένειά του.
Τώρα;
















