Μια φορά κι έναν καιρό,εκεί που ο Χότζας καθότανε και απολάμβανε τον ναργιλέ του,ήρθε και τον βρήκε ένας χωρικός.
-”Χότζα μου”,του λέει,”ήρθα και σε βρήκα γιατί έχω μεγάλο πρόβλημα και θέλω τη συμβουλή σου.”
Βγάζει ο Χότζας το μαρκούτσι απ’ το στόμα,φτύνει κάτω,τον κοιτά στα μάτια και λέει:
-”Πες μου,φίλε μου,τα βάσανά σου”.
-”Να,όπως ξέρεις έχω μεγάλη οικογένεια.Έχω έξι παιδιά,τους γονείς μου και τα πεθερικά μου.Όλοι-δώδεκα νοματέοι-μένουμε στην παράγκα μου,που την ξέρεις,ένα τόσο δα δωματιάκι είναι.Η κατάσταση είναι αφόρητη και λεφτά για σπίτι δεν έχω.Τι να κάνω Χότζα μου,πες μου.Εσύ όλο και κάποια λύση θα έχεις στο μυαλό σου.”
Τον κοιτάει ο Χότζας σκεφτικός,τραβάει μια τζούρα από τον ναργιλέ και του αποκρίνεται:
-”Αν φίλε μου θέλεις να γλιτώσεις από αυτήν την αφόρητη κατάσταση,δεν έχεις παρά να βάλεις και τις κοτες μέσα στο σπίτι”.
-”Μα Χότζα μου…”
-”Βάλ’ την κι έλα σε τρεις μέρες να μου πεις τι έγινε.”
Σκύβει το κεφάλι ο χωρικός και πηγαίνει υπάκουα και παίρνει τις κοτες και τις βάζει μες στο σπίτι.Τρεις μέρες μετά,σε ελεεινή κατάσταση,ξαναπάει στον Χότζα.
-¨Καλώς το φίλο μου!Έλα να μου πεις τα νέα σου.”
-”Τι νέα να σου πω Χότζα μου!Η κατάσταση έγινε απελπιστική.Δε φτάνει που πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο,έχουμε και τις κοτες με τα κακαρισματα και τις κουτσουλιες τους!”
-Μμμ…Βαλε και την κατσικα! – Τι;;;; απαντησε ο δολιος ο χωρικος. -Θα κανεις αυτο που σου λεω…. Και λιγες μερες μετα σε ακομη πιο αθλια κατασταση, νασου παλι ο χωρικος στον Χοτζα.
-Δεν αντεχουμε αλλο Χοτζα μου, πες μου τι να κανω. Η κατασταση εφτασε στο απροχωρητο.
-”Ωραία!Βάλε και το γουρούνι!”
-”…”
-”Άκου να σου πω!Εδώ ήρθες να ζητήσεις βοήθεια.Αν δεν κάνεις ό,τι σου λένε να πας να λύσεις μόνος σου τα προβλήματά σου!Τράβα λοιπόν να βάλεις και το γουρούνι κι έλα σε τρεις μέρες να μ’ ενημερώσεις!”
Ξανασκύβει το κεφάλι ο χωρικός,ξαναπηγαίνει υπάκουα και παίρνει το γουρούνι και το βάζει μες στο σπίτι.
Τρεις μέρες μετά με μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια,με ρυτίδες κούρασης χαραγμένες στο πρόσωπό του,με βήμα σερνάμενο από την εξάντληση ξαναπάει στον Χότζα.
-”Λοιπόν;”
-”Τι λοιπόν Χότζα μου;!Σκέφτομαι ή να πουλήσω τα παιδιά μου ή να σκοτώσω τους γέρους…”
-”Μην κάνεις βιαστικά πράγματα.Θα κάνεις αυτό που θα σου πω εγώ:θα πας και θα βγάλεις το γουρουνι και την κατσίκα από το σπίτι και σε τρεις μέρες θα ‘ρθείς να το συζητήσουμε.”
Τρεις μέρες μετά ένας ξεκούραστος χωρικός,με ολόφρεσκο,χαμογελαστό πρόσωπο εμφανίστηκε πετώντας,παρά περπατώντας,μπροστά στον Χότζα.
-”Χαρούμενο σε βλέπω!”
-”Μόνο χαρούμενο;!Μ΄έσωσες Χότζα μου!
Τώρα  ολα ειναι μια χαρα!