Διαστάσεις επιδημίας έχει πάρει η παραπληροφόρηση σχετικά με το ότι ήταν αποδεκτή (και περίπου θεσμοθετημένη) η ομοφυλοφιλία στην αρχαία Ελλάδα.
Ιδιαίτερη σπουδή μάλιστα, επιδεικνύουν και διάφοροι εγχώριοι εκκλησιαστικοί κύκλοι, με προφανή κίνητρα και σκοπό.
Σε όλες τις εποχές και σε όλες τις κοινωνίες υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άτομα με αποκλίνουσες σεξουαλικές συμπεριφορές, παρά φύσει, θα λέγαμε.
Όμως, ειδικά για την αρχαία Ελλάδα, δεν αποτελούσαν τον κανόνα, αλλά την εξαίρεση.
Είναι τελείως ανυπόστατες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις.
Ο K. J. Dover στο βιβλίο του «Η ομοφυλοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα», υπό το πρίσμα ενός δήθεν «προοδευτισμού», που έχει την δυνατότητα, απαλλαγμένος από διάφορα ταμπού να δει «αντικειμενικά» το θέμα, προσπαθεί να μας πείσει ότι στην αρχαία Ελλάδα δεν ίσχυαν οι δικές μας απόψεις για την ομοφυλοφιλία και περίπου μας καλεί όλους, να αποκτήσουμε την ίδια με τους αρχαίους Έλληνες «ελεύθερη» άποψη για το θέμα αυτό.
Αναφέρει λοιπόν:
K. J. Dover «Η ομοφυλοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα» – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΧΙΩΤΕΛΛΗ.
Οι Έλληνες γνώριζαν ότι οι σεξουαλικές προτιμήσεις των ανθρώπων διαφέρουν, η γλώσσα τους όμως δεν έχει ουσιαστικά που να αντιστοιχούν προς τα αγγλικά ουσιαστικά «ομοφυλόφιλος» και «ετεροφυλόφιλος», αφού πίστευαν ότι:
1.Στην πραγματικότητα όλοι αντιδρούν, σε διαφορετικές στιγμές, σε ομοφυλοφιλικά και σε ετεροφυλοφιλικά ερεθίσματα.
2. Στην πραγματικότητα, κανένας άνδρας δεν έρχεται τόσο σε ενεργητική, όσο και σε παθητική σεξουαλική επαφή στο ίδιο στάδιο της ζωής του.
Από το πρώτο αυτό επιχείρημα, λοιπόν, διαπιστώνουμε ότι κάτι δεν πάει καλά. Θα προξενούσε μεγάλη κατάπληξη το γεγονός να προσπαθεί ο Dover να γράψει ένα τόσο σημαντικό βιβλίο, χωρίς να έχει στην διάθεσή του κάποιο λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης.
Το επιχείρημά του, θα είχε σπουδαία αξία, εάν ήταν αληθινό, όμως δεν είναι.
Οι Έλληνες είχαν δημιουργήσει την τέλεια γλώσσα, ένα όργανο μεγίστης ακριβείας. Εάν δεν ξεχώριζαν στην γλώσσα τους αυτές τις δύο σεξουαλικές επιλογές, οπωσδήποτε θα είχαν σοβαρό λόγο.
Είναι, όμως, έτσι, ή, μήπως κάτι άλλο συνέβαινε, που μας οδηγεί, θέλοντας και μη, ακολουθώντας την ίδια ακριβώς συλλογιστική με τον κ. καθηγητή για την σημασιολογική δύναμη των λέξεων, στα αντίθετα συμπεράσματα;